Δικηγορικό γραφείο Prof. Dr. Ιωάννης Μ. Παπαγιάννης, LL.M. & Συνεργάτες
Δευ - Παρ: 09:00 - 17:00 σταθ:τηλεφωνικό κέντρο: 2310 550331, 550371 κιν:6977446865 - 004917620115904 - 6932856670

Δημοσιεύσεις

Συγραφικό έργο

Der faktische Aktienkonzern (Dissertation) - («Ο εν τοις πράγμασι κατά μετοχές όμιλος επιχειρήσεων» - διδακτορική διατριβή)

Lit-Verlag (εκδοτικός οίκος Λιτ), Μύνστερ-Αμβούργο-Λονδίνο, σελ. I- XIV και 1 - 226

Η διδακτορική διατριβή μου αναλύει και εμβαθύνει στους δικαιϊκούς κανόνες και τα ζητήματα που προκύπτουν από τις ρυθμίσεις και την εφαρμογή του γερμανικού νόμου περί ανωνύμων εταιριών στους κατά μετοχές ομίλους επιχειρήσεων που συνδέονται εν τοις πράγμασι σε σχέσεις συνδεδεμένων επιχειρήσεων. Περιλαμβάνει έναν σύντομο πρόλογο, πίνακα περιεχομένων, πίνακα συντομογραφιών που χρησιμοποιούνται στο έργο και πίνακα βιβλιογραφικών παραπομπών που παρατίθενται συντομογραφικά, καθώς χρησιμοποιούνται πολύ συχνά. Μετά από μία σύντομη εισαγωγή στην αντίστοιχη θεωρητική του δικαίου προβληματική αναπτύσσεται το πρώτο κεφάλαιο με θέμα: «Συνδεδεμένες επιχειρήσεις και σχέσεις εξάρτησης στο νόμο περί ανωνύμων εταιριών». Αναλύεται το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, η έννοια της επιχείρησης, το πλαίσιο ανάπτυξης των συνδεδεμένων επιχειρήσεων, η σχέση εξάρτησης και οι περιπτώσεις και προϋποθέσεις αποδοχής ή απόρριψης της ύπαρξης σχέσης εξάρτησης. Το έργο είναι εκτενέστατα τεκμηριωμένο με πολυάριθμες παραπομπές στη σύγχρονη κυρίως γερμανική αλλά και εν γένει ευρωπαϊκή βιβλιογραφία και νομολογία, αναπτύσσει αναλυτικά τα αντίστοιχα ζητήματα και παρουσιάζει και τυχόν αντίθετες απόψεις, όπου υπάρχουν, καθώς και σχετική κριτική αυτών. Αναλύονται περαιτέρω οι λεγόμενες επιχειρηματικές συμβάσεις στο πλαίσιο του γερμανικού δικαίου ανωνύμων εταιριών, μεταξύ αυτών η σύμβαση διοικητικής εξουσίασης, η σύμβαση απόδοσης των κερδών ή σύμβαση μερικής απόδοσης των κερδών, η σύμβαση εκχώρησης και η σύμβαση ενεχύρασης επιχείρησης.

Στο επόμενο κεφάλαιο η διατριβή μου εστιάζει το ενδιαφέρον της στο θεσμό του ομίλου επιχειρήσεων μέσα από τα νομοθετικά πλαίσια που θεσπίζει ο γερμανικός νόμος περί ανωνύμων εταιριών. Αναλύονται εκτενώς όλες οι σχετικές έννοιες, παρατίθενται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νομοθέτης για την αποδοχή ύπαρξης ομίλου επιχειρήσεων, καταγράφονται οι νομοθετικές και νομολογιακές διακρίσεις και κατηγοροποιήσεις των ομίλων επιχειρήσεων, μέσα από τα συμπεράσματα της επιστήμης, που καταιγιστικά εξάγονται με αφορμή τις αστείρευτες πραγματικές περιπτώσεις που γεννά το επιχειρηματικό και οικονομικό γίγνεσθαι στη Γερμανία. Με βάση τα αντίστοιχα συμπεράσματα η έρευνα κατευθύνει τη συλλογιστική της στην περίπτωση της θέσης επιχειρήσεων υπό κοινή ή ενιαία διοίκηση, προβληματική που εκτείνεται και εκτός του εθνικού γερμανικού δικαίου και αφορά το ευρωπαϊκό και διεθνές εταιρικό δίκαιο. Γίνεται διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων του ομίλου επιχειρήσεων που λειτουργεί στα πλαίσια συναφθεισών συμβάσεων καθώς και του ομίλου επιχειρήσεων που προκύπτει στα πλαίσια οργανωτικής ένταξης ανώνυμης εταιρίας ως μοναδικής εταίρου σε άλλη ανώνυμη εταιρία, και αναπτύσσεται εν συντομία το σχετικό ισχύον πλαίσιο. Με αφετηρία τις ανωτέρω έρευνες εξετάζεται κατόπιν αναλυτικά ο εν τοις πράγμασι όμιλος επιχειρήσεων, διακρινόμενος από όλες τις άλλες περιπτώσεις ομίλων επιχειρήσεων. Προσεγγίζονται σε βάθος εννοιολογικά ζητήματα, νομοθετικές προϋποθέσεις, ειδικές σχέσεις εξάρτησης και το έννομο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 311 έως και 318 του γερμανικού νόμου περί ανωνύμων εταιριών. Το ανωτέρω πλαίσιο διαπιστώνεται ότι συνιστά ένα περίβλημα προστασίας του μικρομετόχου, των εκπροσώπων της διοίκησης που μειοψηφούν, των καλόπιστων τρίτων, των συναλλασσόμενων με τον όμιλο αλλά και του καταναλωτή. Επιπλέον τονίζεται ότι ήδη από το 1965 στο γερμανικό κοινοβούλιο, κατά τη συζήτηση περί των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων ως σχέδιο νόμου, είχαν προβλεφθεί πολύ εύστοχα τα σχετικά ζητήματα από δικαιοπολιτικής απόψεως. Στη συνέχεια παρουσιάζεται εκτενώς το εύρος εφαρμογής των ως άνω νομοθετικών διατάξεων και σε άλλες εταιρίες, πλην των ανωνύμων εταιριών.

Στο επόμενο κεφάλαιο αναλύεται σε βάθος η περίπτωση που στον εν τοις πράγμασι όμιλο επιχειρήσεων η σχέση εξάρτησης εκφεύγει από τα πλαίσια όπου η κυρίαρχη- μητρική επιχείρηση περιστασιακά ή με τη λήψη κάποιων μέτρων παρεμβαίνει στη διοίκηση της θυγατρικής εταιρίας, και αποκτά χαρακτηριστικά συνεχούς και πλήρους παρέμβασης στη διοίκηση της θυγατρικής άλλως ο πυρήνας της διοίκησης της θυγατρικής εταιρίας έχει μεταφερθεί στα χέρια της διοίκησης της μητρικής επιχείρησης. Αναπτύσσονται αρχικά τα ζητήματα ορισμού, εννοιών και εξακρίβωσης- επιβεβαίωσης της ειδικής αντιμετώπισης της ως άνω περίπτωσης εν τοις πράγμασι σύνδεσης. Κατόπιν τίθεται η αντίστοιχη προβληματική της εφαρμογής του νόμου περί ανωνύμων εταιριών σε ομίλους επιχειρήσεων όπου συμμετέχουν και εταιρίες περιορισμένης ευθύνης. Ερευνώνται οι σχετικές τάσεις και θεωρητικές επιστημονικές απόψεις και εξάγονται συμπεράσματα ως προς το πλαίσιο εφαρμογής σχετικών διατάξεων. Παρατίθεται αναλυτική, επίκαιρη και εξόχως σημαντική νομολογία (αποφάσεις ITT, Fertighaus, Mette KG, Gervais- Danone AG, Autokran, Banning, Tiefbau, Video AG, PS- Bau) και εξάγονται συνδυασμένα συμπεράσματα περί εφαρμογής αντίστοιχων νομοθετικών διατάξεων στην πράξη.

Στη συνέχεια αναλύεται διεξοδικά το έννομο πλαίσιο περιορισμού της δεσπόζουσας επιρροής εντός εν τοις πράγμασι ομίλου επιχειρήσεων κατά το άρθρο 311 του γερμανικού νόμου περί ανωνύμων εταιριών. Εξετάζεται η προβληματική της εξουσίας διεύθυνσης του ομίλου επιχειρήσεων και των ορίων αυτής, του σκοπού της νομοθετικής ρύθμισης και των αντίστοιχων νομοθετικών πηγών. Ερμηνεύονται σε βάθος οι έννοιες και οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου. Η πρόκληση μειονεκτικών αποτελεσμάτων σε βάρος της θυγατρικής επιχείρησης συνιστά για το γερμανό νομοθέτη παράβαση που γεννά υποχρέωση επανόρθωσης- αποζημίωσης σε βάρος της μητρικής επιχείρησης. Η διατριβή μου αναλύει σε βάθος και εύρος το σύνολο του πλαισίου συνδρομής των προϋποθέσεων αποδοχής ή μη της πρόκλησης μειονεκτικών αποτελεσμάτων, ειδικότερα την ύπαρξη ή όχι πρόκλησης, την ύπαρξη ή όχι μειονεκτικού αποτελέσματος, τις συναλλαγές που δύναται να αφορούν αυτά τα αποτελέσματα και εντάσσονται στο πλαίσιο ευθύνης, το χρονικό σημείο εκτίμησης της επέλευσης του αποτελέσματος, την ανόρθωση- αποζημίωση του μειονεκτικού αποτελέσματος, τη νομική της φύση, την εκτίμηση και προσδιορισμό της έκτασής της, το χρονικό σημείο έναρξης και παύσης της ζημίας ή της ανόρθωσης, τον προσδιορισμό και καταμέτρηση αντίστοιχων άμεσων ή έμμεσων πλεονεκτημάτων, τη νομική βάση δικαστικής διεκδίκησης και δικονομικής εκτέλεσης της απόδοσης της ανόρθωσης- αποζημίωσης. Στη συνέχεια αναλύεται η αντίστοιχη προβληματική στις περιπτώσεις ύπαρξης πολυεπίπεδης εξάρτησης εντός εν τοις πράγμασι ή συμβατικού ομίλου επιχειρήσεων. Στο σημείο αυτό της διατριβής προσεγγίζεται το ζήτημα της σχέσης του άρθρου 311 του νόμου περί ανωνύμων εταιριών με άλλες διατάξεις του ιδίου νόμου και ιδίως σε ποιο βαθμό ποιες διατάξεις έχουν μεταξύ τους σχέση ειδικής προς γενική διάταξη.

Στο επόμενο κεφάλαιο αναλύεται το νομικό πλαίσιο υποχρέωσης ενημέρωσης για την ύπαρξη ή όχι σχέσης συνδεδεμένης επιχείρησης. Εξετάζονται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις και μεταξύ άλλων οι περιπτώσεις όπου δεν υφίσταται υποχρέωση ενημέρωσης, όπου δηλαδή αντίστοιχες νομοθετικές διατάξεις δεν απαιτούν εντός του ομίλου επιχειρήσεων αντίστοιχες ενέργειες ώστε να είναι σύννομη, στα πλαίσια του εταιρικού δικαίου, η λειτουργία του ομίλου. Έπειτα αναλύεται εκτενώς ο θεσμός της έκθεσης εξάρτησης που συντάσσεται υποχρεωτικά εντός ενός εν τοις πράγμασι κατά μετοχές ομίλου επιχειρήσεων. Ερευνάται ενδελεχώς η προβληματική της υποχρέωσης σύνταξης της έκθεσης εξάρτησης, ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 312 του γερμανικού νόμου περί ανωνύμων εταιριών, το πλαίσιο δημοσιότητας της έκθεσης εξάρτησης, οι βασικές αρχές για το περιεχόμενό της, και τα αναλυτικά στοιχεία περί σχέσεων, υποδείξεων και συναλλαγών που πρέπει να περιλαμβάνει η έκθεση. Στη συνέχεια αναλύονται εκτενώς οι νομικές έννοιες: α) της πράξης, β) της παράλειψης, γ) της πρόκλησης, δ) της ύπαρξης σχέσης, ε) του συμφέροντος- ενδιαφέροντος καθώς και οι υποχρεώσεις και δεσμεύσεις που πηγάζουν από αυτές. Κατόπιν ερευνάται το νομικό πλαίσιο για τους φορείς που είναι υποχρεωμένοι για τη σύνταξη της έκθεσης εξάρτησης καθώς και το ισχύον πλαίσιο στην περίπτωση πολυεπίπεδης σχέσης εξάρτησης. Αναλύονται τα στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνει λεπτομερώς η έκθεση εξάρτησης αναφορικά με έννομες συναλλαγές και επιχειρηματικά μέτρα και κυρίως για τις επανορθώσεις μειονεκτικών αποτελεσμάτων που έλαβαν χώρα και ειδικότερα τον τρόπο, τον χρόνο και την έκταση κάλυψης αυτών. Στη συνέχεια ερευνάται το ζήτημα της σύνταξης και περιεχομένου της λεγόμενης «τελικής δήλωσης», που συνοδεύει την έκθεση εξάρτησης, όπου οφείλεται να δηλωθεί εάν και κατά πόσο εν τέλει εντός του εν τοις πράγμασι κατά μετοχές ομίλου επιχειρήσεων καταβλήθηκε για κάθε «μειονεκτική» παροχή εξαιτίας της σχέσης εξάρτησης η αντίστοιχη σύμμετρη αντιπαροχή. Κατόπιν παρατίθεται το νομικό πλαίσιο της απαλλαγής από την υποχρέωση σύνταξης έκθεσης εξάρτησης, που συντρέχει όταν κατά την προηγηθείσα εταιρική χρήση δεν πραγματοποιήθηκαν συναλλαγές ή έλαβαν χώρα άλλα επιχειρηματικά μέτρα για τα οποία γεννάται εκ του νόμου υποχρέωση σύνταξης σχετικής έκθεσης. Το παρόν κεφάλαιο της διατριβής ολοκληρώνεται με την σύνταξη ενός αναλυτικού παραδείγματος έκθεσης εξάρτησης μετά της τελικής επί αυτής δηλώσεως.

Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο αναλύεται σε βάθος το εν γένει νομικό πλαίσιο του θεσμού του ελέγχου εντός εν τοις πράγμασι κατά μετοχές ομίλου επιχειρήσεων από τους ελεγκτές. Παρατίθεται η σχετική προβληματική και οι θεωρητικές απόψεις της επιστήμης και μέσα από εκτενή βιβλιογραφικά και νομολογιακά στοιχεία, στα οποία γίνονται αντίστοιχες παραπομπές, αναλύεται η διαδικασία της έναρξης του ελέγχου, του περιεχομένου και έκτασης αυτού, της διαδικασίας ολοκλήρωσης και της σύνταξης της έκθεσης ελέγχου. Στη συνέχεια εξετάζεται ενδελεχώς η υποχρέωση σύνταξης και υπογραφής του λεγόμενου σημειώματος που επιβεβαιώνει την περάτωση του ελέγχου από τους ελεγκτές. Τονίζεται παράλληλα η ιδιαίτερη σπουδαιότητα που δίνει ο γερμανός νομοθέτης στη σύνταξη και υπογραφή του ανωτέρω σημειώματος επιβεβαίωσης περάτωσης του ελέγχου. Περαιτέρω αναλύεται ο θεσμός του ελέγχου του εν τοις πράγμασι κατά μετοχές ομίλου επιχειρήσεων από το εποπτικό συμβούλιο. Εξετάζεται και στο κεφάλαιο αυτό το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και μέσα από εκτενή βιβλιογραφικά και νομολογιακά στοιχεία, στα οποία γίνονται αντίστοιχες παραπομπές, αναλύεται η προβληματική της έναρξης του ελέγχου, του περιεχομένου και έκτασης αυτού, της διαδικασίας ολοκλήρωσης και της σύνταξης της έκθεσης ελέγχου. Τονίζεται στη συνέχεια η ιδιαίτερη αξία και σημασία της ελεγκτικής διαδικασίας μέσα από το θεσμό του εποπτικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας. Το εποπτικό συμβούλιο συντάσσει σχετική έκθεση την οποία ανκοινώνει κατά τόμο στη γενική συνέλευση των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας. Ειδικό κεφάλαιο αφιερώνεται στη συνέχεια της διδακτορικής μου διατριβής στη διάταξη του άρθρου 315 γερμανικού νόμου περί ανωνύμων εταιριών που προβλέπει τη δυνατότητα ειδικού εκτάκτου ελέγχου περί ύπαρξης και έκτασης σχέσης συνδεδεμένης επιχείρησης. Αναλύεται και εδώ το πλαίσο του σχετικού δικαιώματος των μετόχων (της μειοψηφίας), των εννόμων προϋποθέσεων αξίωσης ειδικού εκτάκτου ελέγχου, της αντίστοιχης δικαστικής διεκδίκησης και της διαδικασίας ολοκλήρωσης του εκτάκτου ελέγχου. Επιπλέον εξετάζεται εκτενώς ο θεσμός της λήψης απόφασης ειδικού εκτάκτου ελέγχου από τη γενική συνέλευση των μετόχων της ανώνυμης εταιρίας και τονίζεται η δυνατότητα κάθε μεμονωμένου μετόχου να υποβάλει αντίστοιχη αίτηση στη γενική συνέλευση.

Στο επόμενο κεφάλαιο του έργου ασκείται αναλυτική κριτική και εις βάθος αξιολόγηση του θεσμού της έκθεσης σχέσεων συνδεδεμένων επιχειρήσεων από νομικής και δικαιοπολιτικής πλευράς. Επιπλέον προτείνονται στα πλαίσια αυτοτελούς κεφαλαίου της διατριβής μία σειρά από δυνατότητες βελτίωσης και εκσυγχρονισμού του εν γένει συστήματος προστασίας που θεσπίζει ο γερμανός νομοθέτης αναφορικά με τους εν τοις πράγμασι κατά μετοχές ομίλους επιχειρήσεων. Στη συνέχεια αναλύεται το ζήτημα της ευθύνης της κυρίαρχης επιχείρησης και των νομίμων εκπροσώπων της σε περίπτωση παραβίασης διατάξεων των άρθρων 311 επόμενα του γερμανικού νόμου περί ανωνύμων εταιριών. Ειδικότερα, εξετάζονται οι αντίστοιχες προϋποθέσεις, η επιβεβαίωση μη επανόρθωσης του μειονεκτικού αποτελέσματος, η έκταση της επελθούσης ζημίας, το περιεχόμενο της αποζημίωσης και η δικαιούχος της αποζημίωσης, που είναι η εξαρτημένη εταιρία, αλλά και τα πρόσωπα που δικαιούνται να επιδιώξουν την αποζημίωση, που πλην της εξαρτημένης εταιρίας, είναι, για δικό της λογαριασμό, οι μέτοχοι και οι πιστωτές της. Έπειτα αναπτύσσεται η προβληματική του φορέα της ευθύνης αποζημίωσης, κατά κανόνα μητρικής επιχείρησης, των θεμάτων παραγραφής, παραίτησης ή συμψηφισμού, της σχέσης της ρύθμισης του άρθρου 317 με άλλες διατάξεις του γερμανικού νόμου περί ανωνύμων εταιριών. Η διατριβή συνεχίζεται με την εξέταση αντίστοιχων δικονομικών ζητημάτων, όπως περί του ποιος φέρει το βάρος της απόδειξης και πώς κατανέμεται το κόστος της δίκης. Έπειτα αναλύεται το πλαίσιο ευθύνης των μελών της διοίκησης της εξαρτημένης εταιρίας. Παρουσιάζεται το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, τίθενται τα όρια και οι προϋποθέσεις ευθύνης και αναλύονται οι περιπτώσεις στις οποίες συντρέχει αποκλεισμός της ευθύνης των μελών της διοίκησης της εξαρτημένης εταιρίας κατά το άρθρο 318 του γερμανικού νόμου περί ανωνύμων εταιριών.

Στο προτελευταίο κεφάλαιο της διδακτορικής μου διατριβής αξιοποιήθηκε η δυνατότητα συνεχούς πρόσβασης σε βιβλιογραφικές πηγές από πολλές χώρες της Γης και ερευνήθηκε το ζήτημα του εν τοις πράγμασι κατά μετοχές ομίλου επιχειρήσεων από πλευράς ευρωπαϊκού και διεθνούς εταιρικού δικαίου καθώς και συγκριτικού δικαίου. Αρχικά στο κεφάλαιο αυτό εξετάζονται εκτενώς τα ισχύοντα και οι εξελίξεις σε επίπεδο δικαίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Κατόπιν παρουσιάζονται συμπερασματικά όσα ισχύουν στα εσωτερικά δίκαια των ευρωπαϊικών χωρών Ελλάδα, Γαλλία, Ιταλία, Βέλγιο, Κάτω Χώρες, Ισπανία, Μεγάλη Βρετανία, Αυστρία, Πορτογαλία, καθώς και στις ΗΠΑ και Ιαπωνία. Η διδακτορική μου διατριβή ολοκληρώνεται με το κεφάλαιο περί των εν τοις πράγμασι ομίλων επιχειρήσεων υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου των ομίλων επιχειρήσεων. Στο σημείο αυτό αναπτύσσεται αναλυτικά η σχετική προβληματική από πλευράς διεθνούς εταιρικού δικαίου μέσα από γενικό εισαγωγικό κεφάλαιο. Κατόπιν εξετάζεται ενδελεχώς η έκταση εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 311 επόμενα του γερμανικού νόμου περί ανωνύμων εταιριών στις περιπτώσεις υπερεθνικών εν τοις πράγμασι κατά μετοχές ομίλων επιχειρήσεων τόσο από πλευράς ουσιαστικού γερμανικού και διεθνούς εταιρικού δικαίου όσο και από πλευράς δικονομικού δικαίου.

Στη συνέχεια της διδακτορικής μου διατριβής παρατίθετναι αναλυτικοί πίνακες της βιβλιογραφίας και νομολογίας που λήφθηκε υπόψη κατά τη σύνταξη του έργου. Στο τέλος ακολουθεί αναλυτικό λημματικό ευρετήριο.